Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012



ΑΣΑΝΤΟΥΡ ΜΠΑΧΑΡΙΑΝ
Οι μνήμες-αποτυπώματα και οι σκέψεις αποτελούσαν την φιλοσοφική στάση του ΑΣΑΝΤΟΥΡ ΜΠΑΧΑΡΙΑΝ. Είναι αυτά τα μεγάλα, ασήκωτα «ναι» της διαφορετικότητας του καλλιτέχνη, απέναντι στην απελπισία των «μη» φλογισμένων…Το έργο τέχνης είναι προσωπική υπόθεση και ο κύκλος του εμπεριέχει τις εξομολογήσεις, πληροφορίες, θεάσεις, που δομούν την ταυτότητα της πάσχουσας ψυχής. Η ψυχή πάσχει και δημιουργεί όταν προσδιορίζεται δια μέσω της εξομολόγησης και πάντα με υψηλά νοήματα και με αισθητικούς κωδικούς. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν διδάσκεται ούτε με άλλα μέσα χειραγωγείται . Ό,τι σηματοδοτεί την μοναδικότητα είναι παιδεία - δώρο - προίκα της μάνας φύσης …..
….Περιπλανητής του ζητούμενου– εραστής ο ΑΣΑΝΤΟΥΡ ΜΠΑΧΑΡΙΑΝ, στους λόφους της Πνυκός, των Νυμφών, των Μουσών… σε άχρονες πνοές, σε λέξεις, σε ήχους και η στιγμή το θέλησε, σε ομηρικά ακρογιάλια, να αποκτήσει παιδί μαζί τους - αυτοσκοπός του δεν ήταν, γιατί γνώριζε ό,τι αυτοσκοπός είναι, σε ξεβράζει στην Τηλέπυλο γη του Αντιφάτη· στα χαρτογραφημένα ύδατα των Λαιστρυγόνων
ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗΣ

///////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////
Αρκετά χρόνια προτού γνωρίσω από κοντά το Μπαχαριάν, έτυχε να βρεθώ μαζί του σε ένα κοινό «ντεμπούτο», το 1958, στο Α’ Σαλόν Νέων Καλλιτεχνών που είχε οργανώσει η αίθουσα τέχνης «Ζυγός» του Φραντζή Φραντζισκάκη. Ήμουν ακόμα φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών και τόλμησα να στείλω τρία σχέδια, τα οποία έγιναν δεκτά. Στον κατάλογο της έκθεσης πρωτοδιάβασα το όνομα ενός από τους 27 συμμετέχοντες, του πρωτοεμφανιζόμενου Θεόδωρου Μπαχαρία. Αντιγράφω δυο φράσεις από το σύντομο βιογραφικό του, όπως δημοσιεύτηκε σε εκείνον τον κατάλογο: «Εφοίτησε επί τρία χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών, αναγκάστηκε όμως να διακόψει τις σπουδές του και να απομακρυνθεί τελείως από την καλλιτεχνική κίνηση. Οι συνθήκες της ζωής του δεν του επιτρέπουν παρά να εργάζεται μόνος, χωρίς βοήθεια και με πενιχρά μέσα.»
Αυτές οι πληροφορίες μεταφράζονταν ως εξής: ο Θεόδωρος Μπαχαρίας (δηλαδή ο Ασαντούρ Μπαχαριάν) ήταν πολιτικός κρατούμενος και ζωγράφιζε στη φυλακή.
Από τότε αναρωτιόμουν: Πώς μπορεί ένας άνθρωπος που ζει μέσα στις πιο βάρβαρες συνθήκες (φυλακές Χατζηκώστα, Γιούρα, Κέρκυρα, κλπ), να διατηρεί την αγάπη του για την τέχνη και μάλιστα να έχει το σθένος να ζωγραφίζει απλά θέματα, μοναχικούς ανθρώπους, λουλούδια και νεκρές φύσεις, θέματα καθημερινά, μακριά από τη συνηθισμένη αγωνιστική ρητορεία; Το ίδιο σκεφτόμουν και αργότερα, όταν πια είχαμε γίνει φίλοι, βλέποντας τη ζωγραφική του, εκείνα τα μουσκεμένα τοπία, τις μνήμες του από τις φυλακές, μια ζωγραφική συγκινημένη, γεμάτη ανθρώπινο συναίσθημα.
Εν τω μεταξύ ο Μπαχαριάν, μετά την αποφυλάκισή του, είχε ιδρύσει την ΩΡΑ. Πολλές από τις εκθέσεις που παρουσιάστηκαν εκεί, έμειναν ως σταθμός στη νεοελληνική τέχνη. Και οι άλλες δραστηριότητες αυτού του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου μετρούσαν ως σημαντικά πολιτιστικά γεγονότα: η κυκλοφορία του Χρονικού, οι παρουσιάσεις νέων καλλιτεχνών, λογοτεχνικές και μουσικές εκδηλώσεις, διαλέξεις... Όλα αυτά ήταν έργο του Μπαχαριάν και των λίγων αλλά πολύτιμων συνεργατών του. Η ΩΡΑ, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπισε και την παντελή έλλειψη επίσημης βοήθειας, κέρδισε την αγάπη των καλλιτεχνών και λειτούργησε για πάνω από είκοσι χρόνια σαν ένας πρωτοποριακός πολυχώρος τέχνης.
Καθώς τα θυμάμαι όλα αυτά, σκέφτομαι πόσο λείπουν στις μέρες μας τέτοιοι άνθρωποι και τέτοιες προσπάθειες.
Γιάννης Βαλαβανίδης
Ζωγράφος, Ομότιμος Καθηγητής ΑΣΚΤ


////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////
Κάθε σημερινή αναφορά στην ΩΡΑ κινδυνεύει να πνιγεί είτε σε άχρωμες τεχνο-ιστορικές πληροφορίες για τον καιρό της χούντας και της μεταπολίτευσης είτε σε νοσταλγικές αναπολήσεις των νεανικών μας χρόνων. Κάθε απόπειρα περιγραφής της χαρισματικής προσωπικότητας του Μπαχαριάν οδηγεί σε μυθοποίηση των αρετών ή των ιδιαιτεροτήτων μιας περασμένης γενιάς. Και, μοιραία, κάθε διάθεση σύγκρισης του τότε με το τώρα δηλώνει εκ των προτέρων μια αίσθηση απώλειας πολύτιμων πραγμάτων, που κάνει το παρόν να δείχνει φτωχότερο.
Παρόλα αυτά, η ιστορία της ΩΡΑΣ είναι ακόμα, σε κάποιο βαθμό, ενσωματωμένη στο σημερινό παρόν. Διότι καλύπτει με σχεδόν ιδανικό τρόπο μια κατεξοχήν μεταβατική περίοδο της ελληνικής καλλιτεχνικής ζωής. Αυτός είναι και ο σοβαρότερος λόγος που συνεχίζουμε να τη θυμόμαστε. Μας επιτρέπει να ανατρέχουμε, κατά βούληση, είτε στις τελευταίες αναλαμπές της κληρονομιάς του εξήντα είτε στις πρώτες εμφανίσεις νεότερων προβληματισμών που έκτοτε αναπτύχθηκαν, έστω και αλλάζοντας πορεία. Δεν μιλώ μόνο για καλλιτεχνικές μορφές, αλλά και για ευρύτερα φαινόμενα, για τρόπους παρέμβασης στον κοινωνικό χώρο, τρόπους καθορισμού ενός ιδεολογικού στίγματος, αντιμετώπισης της αγοράς, προάσπισης μιας ηθικής στάσης, διαφύλαξης ποιοτήτων και, γενικότερα, τρόπους που διασφαλίζουν μια ενεργό συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι έξω από στενές δογματικές θέσεις.
Αυτά, τότε, δεν ήταν μόνο λόγια, αν και στην ΩΡΑ μιλούσαμε πολύ... Συζητούσαμε για όλα, διαφωνούσαμε συχνά, οι καβγάδες δεν έλειπαν... Ήταν φυσικό και υγιές, αφού το περιβάλλον φιλοξενούσε ανθρώπους διαφόρων τοποθετήσεων και ηλικιών. Επί πλέον υπήρχαν μονίμως αντικειμενικές δυσκολίες, οικονομικές και άλλες. Πάντως η δουλειά έβγαινε και όλα τελικά λειτουργούσαν, μερικές φορές σαν από θαύμα, χάρη σε μια διάχυτη θετική ενέργεια, που τότε μπορούσε να αποδοθεί στην αγωνιστικότητα εκείνων των καιρών, ενώ σήμερα θα θύμιζε πιθανώς τον ανιδιοτελή ζήλο των ερασιτεχνών.
Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές πιο ήταν το κλειδί της επιτυχίας της ΩΡΑΣ. Η εμψυχωτική παρουσία του Μπαχαριάν; Η ταύτιση με τα αιτήματα μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου; Η δημιουργικότητα, η αισιόδοξη διάθεση, η θερμή φιλική ατμόσφαιρα; Ίσως και να μην έχει μεγάλη σημασία. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, το παράδειγμα μπορεί να διδάξει, ακόμα και αν το κλειδί μας διαφεύγει.
Μάρθα-Έλλη Χριστοφόγλου
Ιστορικός της Τέχνης


////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////
Θα μιλήσω μονάχα για το ζωγραφικό-του έργο διαπιστώνοντας ότι σήμερα πολλοί δε το γνωρίζουν, γιατί συστηματικά κάποιοι θέλουν να ξεχαστεί και το κρατάν σε σιωπή, αφού τα πνευματικά-μας Ιδρύματα, Πινακοθήκες Εθνικές, Δημοτικές και Ιδιωτικές δεν παρουσιάζουν έργα-του. Όπως επιβλήθηκε σιωπή για τον Τριανταφυλλίδη και ξεχάσαμε τον Γιολδάση, το Οικονόμου, τους Παραλήδες, το Σαραφιανού, το Βενετούλια, το Σ. Ιωάννου και πολλούς άλλους σπουδαίους δημιουργούς .
Πρώτη περίοδο τα "Έργα την Φυλακής". Δε μιλώ για τη συγκλονιστική μαρτυρία, τις καταγραφές των προσώπων των αγωνιστών που εκτελέστηκαν. Μιλώ για τις λαδομπογιές της φυλακής. Από τις πιο ουσιαστικές σπουδές χρώματος στην ελληνική ζωγραφική. Αυτά τα μικρού μεγέθους, έργα τα ορίζει η σιωπή. Με μια θεματολογία, που ενώ η κομματική παράδοση, απαιτούσε μια ηθικολόγα ψευτοαγωνιστικότητα , αντίθετα ο Μπαχαριάν δημιουργεί έργα στοχασμού και ρεμβασμού, όπως επιβιώνει ένας άνθρωπος, δεκαπέντε χρόνια στο κελί επειδή δε γίνεται να προδώσει τη συνέπειά-του.
Όταν μετά το 1960 απελευθερώνεται δουλεύει τη "σειρά τυπογραφία". Αλλάζει χρωματική γκάμα και κινείται κοντά στο μαύρο άσπρο ίσως γιατί έτσι δηλώνονται καλλίτερα οι σχέσεις των εργαζόμενων με τη μηχανή και οι σχέσεις εργασίας. Μια δουλειά που μας παραπέμπει στους υφαντές του Βαν Γκόγκ.
Τα "λευκά κελιά", καμωμένα την εποχή της χούντας, αναφέρονται σε μνήμες φυλακής και εξορίας . Είναι μνήμες - σύμβολα όπου η σιωπή απαγορεύει το χρώμα και η κοινή μοίρα ενώνει τη μοναξιά των ανθρώπων.
Οι ακουαρέλες του "υπαίθριου χώρου" αρχίσανε τη δεκαετία του '60 και όπως απαιτούσε η παράδοση των υπαιθριστών έβγαινε στις εξοχές και ζωγράφιζε με τον δικό-του τρόπο τα τοπία.. Σε μεγάλα χαρτιά με μεγάλες, σχεδόν άμορφες κηλίδες νεροχρώματος , μετέφερε την αίσθηση του χώρου με την αλήθεια που κελαϊδεί το πουλί, πλουτίζοντας την ελληνική ζωγραφική με τον τρόπο που χρησιμοποίησε την ακουαρέλα.
Έτσι είναι φυσικό στο τέλος, να φτάσει στη σειρά των μεγάλων τοπίων σε λάδι, μια δουλειά που βάζει το πρόβλημα πως βλέπουμε σήμερα το τοπίο. Δυστυχώς η δουλειά αυτή έμεινε στο ξεκίνημά-της.
Ελπίζω κάποτε να υπάρξουν μελετητές που να ασχοληθούν με την εξέλιξη της ελληνικής ζωγραφικής και τότε θα φανεί πόσο σοβαρός καλλιτέχνης είναι ο Ασαντούρ Μπαχαριάν ο οποίος ποτέ δεν πρόβαλε τον εαυτό-του, αντίθετα πάντα πρόθυμα αναλώνονταν για τα πιστεύω-του και για το καλό όλων-μας.
Χρόνης Μπότσογλου

Ζωγράφος, Ομότιμος Καθηγητής ΑΣΚΤ


//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////
Η τέχνη του προκύπτει βιωματικά και αβίαστα. Έμαθε νωρίς στους χώρους του εγκλεισμού να μην έχει ανάγκη τα περιττά και αρκέστηκε στη χρήση των ταπεινών υλικών της ζωγραφικής. Μέσα στον κόσμο της κατάχρησης και της επίδειξης που ζούμε, οι «φυσικοί καλλιτέχνες» σαν τον Ασαντούρ Μπαχαριάν απουσιάζουν και δεν αντικαθίστανται. Ήταν πριν απ’ όλα ζωγράφος και η αγάπη του για τη ζωγραφική τον όπλισε να δημιουργήσει σχεδόν με το τίποτα την ΩΡΑ. Με τεράστιο όγκο δουλειάς, με ανιδιοτέλεια, με εμπιστοσύνη και με απλές διαδικασίες στήριζε τους νέους καλλιτέχνες σε όλη του τη ζωή.
Ασσαντούρ
Είμαστε ορφανοί χωρίς εσένα, μπορεί πολλοί από εμάς, να μην προλάβαμε να το δείξουμε, αλλά σου χρωστάμε την ταπεινότητα που μας μετάδωσες.
Ζούμε σε ένα περιβάλλον που ευτυχώς δεν σε άγγιξε, που η ψευτιά ψευτίζει και ψευτίζεται, που δεν ξεχωρίζει το καλό έργο από τα πολλά στολίδια, που η «ιδέα του έργου» παραμερίζει το έργο (εσύ μάλλον θα έλεγες: πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες), που οι προνομιούχοι είναι πλέον οι καλλιτέχνες με κονέ στους κιουράτορες, που το χρήμα έχει όλη τη δύναμη να επιβάλλει απόψεις και να εξοντώνει την κριτική. Οι άνθρωποι γύρω μας αλλάζουν, έρπουν, γίνονται γρήγορα εξουσία, ίσως έτσι να γίνεται παντού, δε ξέρω… παντού όμως δεν υπήρχε κάποιος Ασσαντούρ να θυμίζει ότι γίνεται κι αλλιώς….
Έχω και μια απορία, εσύ που σε όλη σου τη ζωή αντιστάθηκες, πως θα έκρινες και πως θα αντιδρούσες σ’ αυτήν την παράξενη δικτατορία που ζει η χώρα μας. Μας έχουνε βάλλει στην κατάψυξη, κάτι σαν γύψο. Μας επιβάλλουν την ενοχή και… ξέρεις, δεν έχουν ανάγκη ούτε τα τανκς ούτε τους συνταγματάρχες, έχουν κάτι καινούρια όπλα κλεισμένα σε ένα κουτί, όπλα που μιλάνε επί 24 ώρες συνέχεια.
Ρητορικά λέω ότι έχω απορία. Ξέρω τι θα έκανες, ότι και πολλοί άλλοι που αγαπούνε αυτό που φεύγει και ρημάζει… την αξιοπρέπεια, την αλληλεγγύη και την τόλμη.
  Κυριάκος Κατζουράκης Ζωγράφος, καθηγητής στην Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης



//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////
Πριν κάτι χρόνια, μόλις είχε ιδρύσει ο Φραντζής Φραντσεσκάκης τον «Ζυγό», την αίθουσα εκθέσεων στο υπόγειο της οδού Βουκουρεστίου. Αυτός ο πρώτος-πρώτος Ζυγός δικαιούται τον χαρακτηρισμό “galerie” γιατί την διέκρινε σοβαρότητα λειτουργίας και ενθουσιασμός –άγνωστη η εμπορική αντίληψη- που εκτός από τους γνωστούς και καθιερωμένους τότε καλλιτέχνες, σκόπευε στην προβολή και στην προώθηση νεότερων ή νέων, οργανώνοντας «σαλόνι» των άβγαλτων καλλιτεχνών η πραγματοποίηση του οποίου είχε μεγάλη επιτυχία γιατί σε αυτό αντιπροσωπεύονταν ποικίλες και αντικρουόμενες απόψεις των βλαστών της τέχνης, αρκετοί από τους οποίους φτάσανε να είναι αστέρια. Κάπου εκεί μέσα στα άλλα άξια προσοχής έργα, ένα μικρό ξεχώριζε` μια φιγούρα ξαπλωμένου άνδρα σε ένα ράντζο εκστρατείας, φυσιογνωμία λίγο αξύριστη και το ωχροπορτοκαλί ξύλο χιαστί του ράντζου. Ακολούθησε μια Πανελλήνιος. Κάπου στην «Σπιναλόγκα» * σπινθήριζε ένα μικρό έργο` μια γωνιά εσωτερικού, πάνω σε ραφάκι ένα κεραμικό αγγείο σκεπασμένο με μια ροζ πετσέτα, έργο που έλαμπε σαν Chardin, του ζωγράφου Θεόδωρου Μπαχαρία` άγνωστη φυσιογνωμία. Κάποτε ο αθέατος Μπαχαρίας παρουσιάστηκε στον Ζυγό και ο Φρ. Φραντσεσκάκης έκανε την γνωριμία μας αλλά με κάποια παραλλαγή ονόματος, ήταν ο Θόδωρος Μπαχαριάν. Γίναμε φίλοι` συχνά παρέα οι Φραντζήδες (εννοώ και η Νίτσα), ο Θόδωρος και εμείς. Ένα βράδυ μας προσκάλεσε στο σπίτι του- οικογενειακώς έμενε στο Δουργούτι- για να ιδούμε περισσότερα έργα του. Οι καλοκάγαθοι ευγενικοί γονείς του είχαν περιμαζευτεί- νήπια όντας- από αμερικάνες προτεστάντησες καλόγριες, ορφανά που είχαν γλυτώσει από την σφαγή των Αρμενίων (και γ αυτό ήταν προτεστάντες). Κάποια στιγμή, η αδελφή του Χράν, τον φώναξε Ασαντούρ. Πώς γίνεται και είχε δύο ονόματα! Το μυστήριο ελύθη: Ο Ασαντούρ ήταν καταδικασμένος σε ισόβια ποινικώς και πολιτικώς. Μία από τις δραστηριότητές του ήταν και το πανό που είχε ζωγραφίσει τον Γεώργιο Β` να εικονίζεται ως νεκροκεφαλή και που κατά το ακατόρθωτο, είχε καταφέρει να το περάσει από την φυλακή για μια διαδήλωση. Ο Φραντζής γνώριζε την αληθινή του ταυτότητα και χρησιμοποίησε άλλο όνομα για να μην επιβαρύνει την κατάστασή του. Αργότερα με τα μέτρα επιείκειας και το φιλελεύθερο πνεύμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή και τις προσπάθειες του Φραντζή, άνοιξαν οι πόρτες της φυλακής για τον Ασαντούρ. Η ελευθερία του δεν ήταν ένα προσωπικό του αγαθό και προς όφελος της ζωγραφικής μόνο αλλά προς όφελος της πνευματικής παρουσίας και του πολιτισμού της χώρας μας.
Κανείς δεν ξεχνά ποια πνευματική διάσταση είχαν εκείνα που προσέφερε πάνω από μια εικοσαετία, ιδιαίτερα στα χαλεπά χρόνια της δικτατορίας όπου στον μικρό παράδεισο της Ώρας εύρισκαν καταφύγιο ελεύθερης ανάσας, όσοι δεν είχαν σκύψει το κεφάλι. Με τις πολύπλευρες εκδηλώσεις έμενε άσβηστο το καντηλάκι. Θέατρο, πεζογραφία, ποίηση, μουσική, επιστήμες` ήταν η φυτειά νέων δημιουργών, σημερινές οντότητες. Η χούντα δεν τόλμησε να τον θίξει.
Ο Ασαντούρ με την αρμενική του ιδιοσυγκρασία -κι ας είχε γεννηθεί στον τόπο μας- και το δαιμόνιο της ράτσας του είχε αφάνταστη ζωτικότητα και δραστηριότητα. Θα μπορούσε να προσφέρει και άλλα ακόμα αν δεν μας εγκατέλειπε έτσι νωρίς. Πλήρωσε τις κακουχίες της στέρησης ελευθερίας. Είχε ζυμωθεί από παιδί εργαζόμενος στα λιθογραφία` ήξερε πολλά και εκείνος με δίδαξε την τεχνική της λιθογραφίας. Ήταν ευρηματικός σε ιδέες και δαιμόνιος. Το είχε το γένος του. Του έλεγα ότι είναι ένας Γκουλμπεκιάν δίχως το γαρύφαλλο στο πέτο και σίγουρα δίχως το 5%.
Έζησε πάνω από πέντε δεκαετίες δίχως υπηκοότητα` την απέκτησε χάρις στον Κωνσταντίνο Τσάτσο.

*Στις Πανελλήνιες, οι μεγάλες τετράγωνες αίθουσες ήταν για τους καθηγητές και τους διάσημους, οι παραλληλόγραμμες για τους γνωστούς και η ημικυκλική για τον σωρό, τους «λεπρούς», εξ ού Σπιναλόγκα.

Παναγιώτης Τετσης
Ζωγράφος, Ομότιμος Καθηγητής ΑΣΚΤ, Ακαδημαϊκός

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου